Σαβ. 01/04/2023
Ραιδεστιώτικα “Οξυά και Βελανιδιά”
brevet 400 χλμ.

Τα “Ραιδεστιώτικα” επινοήθηκαν εν μέσω πανδημίας, αμέσως μετά το πρώτο κύμα CoViD το καλοκαίρι του 2020. Με την ενθάρρυνση του σχήματος «CoViD rules» παγκοσμίως από την Audax Club Parisien, σχεδιάστηκαν με συγκεκριμένο σκοπό να εκτελεστούν ως επί το πλείστον μόνοι, ή έστω σε γκρουπάκια το πολύ δύο ή τριών ατόμων, και χωρίς υποστήριξη. Τα κοντρόλ θα γινόταν ατομικά από τον καθένα, είτε με αποδείξεις είτε με φωτογραφίες. Υπήρχε ένα “Ραιδεστιώτικο” για κάθε απόσταση της σειράς Super Randonneur (200, 300, 400, 600). Ως γνήσια μπρεβέ περιπέτειας, τα Ραιδεστιώτικα εχαράχτηκαν για να είναι μέτριες έως δύσκολες σαν διαδρομές. Μπήκαν αισίως στο πρόγραμμα του 2021. Δυστυχώς, το δεύτερο και μεγαλύτερο lockdown του 2021 δεν επέτρεψε την διεξαγωγή τους, κι έτσι ακυρώθηκαν. Έμειναν στο ράφι… μέχρι φέτος!
Για το 2023 λοιπόν, αποφασίστηκε να μπουν αυτούσια στο πρόγραμμα, πλην του 200αριού (το “Κινέζικο Οκτάρι”) το οποίο δεν θεωρήθηκε αναγκαίο, καθώς για την απόσταση αυτή υπάρχουν διαθέσιμα πληθώρα από μπρεβέ, εμπορικά και μη, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Με δεδομένο ότι το 23 είναι και χρονιά PBP, η ημερομηνία του κάθε μπρεβέ της σειράς επιλέχθηκε στοχευμένα για να καλύψει την κλιμακούμενη προετοιμασία για το Παρίσι, ο δε βαθμός δυσκολίας τους εγγυάται την επιτυχία στη Γαλλία: όποιος βγάζει τα Ραιδεστιώτικα βγάζει και το PBP!
Όπως προαναφέρθηκε, τα Ραιδεστιώτικα δεν πρέπει να νοούνται ως μπρεβέ με την ευρεία έννοια της εμπορικής διοργάνωσης, και πρέπει να γίνονται αντιληπτά μόνο με την έννοια του καθαρόαιμου randonnée. Εναλλακτικά, θα μπορούσαν να ονομάζονται Ραντονεριώτικα! Είναι διαδρομές περιπέτειας, με ελάχιστη έως καθόλου υποστήριξη από τη διοργάνωση. Ο δρόμος είναι απαιτητικός, και ανταποκρίνεται πλήρως την αρχή της αυτάρκειας του αναβάτη, που αποτελεί και θεμελιώδη αρχή του randonneuring. Επομένως, εάν είστε λάτρεις του 200αριού μπρεβέ τύπου εμποροπανήγυρις, και η ιδέα σας για τη διοργάνωση είναι να υπάρχει σε κάθε στροφή της διαδρομής και από μια ομάδα χαμογελαστών και πρόθυμων εθελοντών με φρεσκοψημένα σουβλάκια που στάζουν λίγδα, μπύρες, κοκακόλες, χυμούς, τζελάκια, σαμπρέλες, αλυσίδες, συρματόσχοινα και γενικά κινητό συνεργείο ποδηλάτων που, καθώς καταναλώνετε τριπλάσιες θερμίδες απ’ όσες κάψατε και πρόκειται να κάψετε, κάνει πλήρες ρεκτιφιέ και σας παραδίδει πίσω το ποδήλατο πλυμένο και γυαλισμένο, ενώ πίσω σας ακολουθεί και σας υποστηρίζει το ΕΚΑΒ, η Πυροσβεστική, η Ελληνική Ομάδα Διάσωσης και σύσσωμες οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, την ώρα που τραβάτε σέλφι σε λεβέντικες πόζες για την εκτόξευση των λάικ και των κούντοζ στα προφίλ σας σε φέησμπουκ και στράβα, και πεταλάρετε με μια έκφραση δύναμης και υπεροχής έναντι του πόνου ζωγραφισμένη στο μπαρουτοκαπνισμένο πρόσωπό σας, στους ήχους της Φιλαρμονικής του Βερολίνου που παίζει την επέλαση των Βαλκυριών του Βάγκνερ, καθώς καλπάζετε ανάμεσα στο πλήθος που ζητοκραυγάζει εκστασιασμένο, πάνω στο ελαφρύ, καλλίγραμμο κι όμως αγέρωχο καρμπονένιο άτι σας προς τον ηρωικό τερματισμό σας, τότε με λύπη και προς αποφυγή παρεξηγήσεων, σας πληροφορούμε πως τα “Ραιδεστιώτικα” δεν είναι για σας…
Μετά την αναπάντεχη επιτυχία της «Σερραϊκής Μπουγάτσας», η δεύτερη απόσταση των 400 χιλιομέτρων των Ραιδεστιώτικων θα διεξαχθεί πρωταπριλιά. Όχι, δεν είναι αστείο, αλήθεια το εννοούμε! Η «Οξυά και Βελανιδιά» είναι ένα δύσκολο τετρακοσάρι, για την διεκπεραίωση του οποίου απαιτούνται το σύνολο των ικανοτήτων που χαρακτηρίζουν την ραντονέρικη φιλοσοφία. Συνδυάζει μεγάλη απόσταση και διάρκεια, νύχτα και πολλά υψομετρικά, όλα μέσα στο ίδιο μπρεβέ.
Τα 200 και 300 χιλιόμετρα εν γένει θεωρούνται ως ημερήσια μπρεβέ, τα 400 όμως χιλιόμετρα είναι η πρώτη απόσταση για την οποία πάντοτε θα απαιτηθεί νυχτερινή πορεία, ακόμα και για ένα εύκολο 400αρι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ως δύσκολο τέτοιο όμως, η Οξυά και Βελανιδιά επιπρόσθετα έχει και την εξής ιδιαιτερότητα: τα ομολογουμένως πολλά υψομετρικά για 400αρι (5.200 κατά openrunner, 5.600 κατά το pre-ride) είναι σχεδόν εξ’ ολοκλήρου συγκεντρωμένα στα 200 χιλιόμετρα του μεσαίου τμήματος του μπρεβέ, από το 90 στο 290! Όποιος έχει ταλέντο στα μαθηματικά, ας κάνει τους υπολογισμούς…
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, για να μην τυχόν και θεωρηθεί «βαρετή», η διαδρομή περιλαμβάνει:
1) τρεις από τις πιο απότομες ανηφόρες της Μακεδονίας (η πρώτη και μεγαλύτερη εκ των οποίων θα πρέπει να βγει νύχτα), και
2) ένα τμήμα γκράβελ λίγο πριν το χιλιόμετρο 300.
Για να συνοψίσουμε, είναι ένα 400αρι περιπέτειας και ισχύος, στο οποίο δοκιμάζονται όλες οι δεξιότητες εκείνες που κατέχει ο γενναίος, τολμηρός, δυνατός αλλά πρωτίστως ώριμος ραντονέρ.
Η εκκίνηση είναι βραδινή, έως τις 12 τα μεσάνυχτα Παρασκευής προς Σάββατο. Τα πρώτα χιλιόμετρα αποτελούν την είσοδο στην πόλη της Θεσσαλονίκης και την αναγκαία διάσχιση του πολεοδομικού ιστού της, μέσω της Παπάφη στα ανατολικά και της Εγνατίας στο κέντρο. Η κίνηση εκείνη την ώρα είναι μειωμένη σε σχέση με το μεσημέρι, οπότε θέλει μεν προσοχή, αλλά εκτός απροόπτου δεν αποτελεί πρόβλημα με τυχόν μποτιλιαρίσματα κλπ.
Μετά την Μοναστηρίου στην έξοδο της πόλης από δυτικά, περνάμε Διαβατά και Νέα Μαγνησία. Για τα επόμενα 6 χιλιόμετρα κινούμαστε σε κεντρική αρτηρία, η οποία θα ήταν απαγορευτική κατά τη διάρκεια της ημέρας λόγω του μεγάλου κυκλοφοριακού φόρτου με νταλίκες και φορτηγά, αλλά την ώρα εκείνη της νύχτας είναι εντελώς άδεια. Παρόλα αυτά, προσοχή, δεν παύει να είναι οδός ταχείας κυκλοφορίας.
Στην διασταύρωση για Αγχίαλο στρίβουμε δεξιά, διασχίζουμε το χωριό και την Νέα Μεσημβρία με ελαφρά ανηφόρα, και στην επόμενη διασταύρωση φεύγουμε αριστερά προς Αγιονέρι. Συνεχίζοντας στον κεντρικό δρόμο φτάνουμε στο χιλιόμετρο 49 και κάτι στο Πρόχωμα. Στην είσοδο του χωριού στο αριστερό χέρι δεσπόζει ο τεράστιος φωτισμένος όγκος του Γυμνασίου-Λυκείου του Προχώματος, στην πύλη του οποίου σταματάμε για να εκτελέσουμε το πρώτο κοντρόλ μας.
Φεύγοντας από το Πρόχωμα, περνάμε τον Αξιό ποταμό και συνεχίζουμε σε τμήμα πεδινό με κάποια σκαμπανεβάσματα μικρών υψομετρικών διαφορών μέχρι τη Γουμένισσα, έχοντας περάσει από Κουφάλια, Άθυρα, Δυτικό, Πολύπετρο και Φιλυριά. Από το σημείο αυτό αρχίζει ουσιαστικά η ανάβαση του Πάικου, η μεγαλύτερη του μπρεβέ κατά την οποία θα αυξήσουμε το υψόμετρο μας κατά 1000 περίπου μέτρα. Ήδη από την αρχή μας προϊδεάζει για τη δυσκολία στο τμήμα πριν και μέσα στη Γρίβα. Μας ξεγελάει στη συνέχεια με πολύ συμπαθητικές κλίσεις, ακόμα και αρνητικές, μέχρι το χωριό της Καστανερής.
Εκεί όμως, σαν πρωταπριλιάτικο αστείο, αρχίζει το ξύλο! Κατά την περιπορεία του χωριού οι κλίσεις αυξάνονται σε διψήφιες, ευτυχώς με που-και-που άνω μονοψήφια κομμάτια για ξεκούραση των πυρακτωμένων τετρακέφαλων. Συνήθως οι δρόμοι που ανεβαίνουνε πλαγιές τις τραβερσάρουν ζιγκζαγκωτά για να κρατήσουν τις κλίσεις εντός αποδεκτών ορίων. Εδώ όμως ο σχεδιαστής οδοποιός της χάραξης του δρόμου ήταν μάλλον ψιλοτρελός, και αποφάσισε πως οι απαλές μεν για βουνό διψήφιες κλίσεις των πρανών του Πάικου είναι και αποδεκτές για οδοποιία, με αποτέλεσμα να αποφύγει τα ζιγκζάγκ και να πάρει την ανάβαση κάθετα και ντουγρού μες στην πλαγιά… 5 χιλιόμετρα διαρκεί αυτός ο γλυκός πόνος (άλλοι θα χρησιμοποιούσαν τον όρο «μαρτύριο», αλλά τέλος πάντων…), στο τέλος των οποίων στο δεξί μας χέρι βλέπουμε μια ξύλινη καλύβα με μια πινακίδα μπροστά «Κέντρο Περιβαλλοντικής Ενημέρωσης Ορεινού Όγκου Πάικου». Αυτό είναι το δεύτερο κοντρόλ μας, ακριβώς στο 100.
Μετά το κοντρόλ, αν και σε κάποια σημεία οι κλίσεις είναι όπως προηγουμένως, γενικά όμως η τάση είναι ανηφορική μεν, αλλά βατή. Συνεχίζουμε έτσι μέσα στο δάσος μέχρι να σκάσουμε στο οροπέδιο, και μετά από μια δεξιά στροφή να δούμε μπροστά μας τα Μεγάλα Λιβάδια, ή τουλάχιστον τα φώτα τους καθώς θεωρητικά έχουμε ακόμα κάμποση ώρα για το ξημέρωμα. Σε ήπιο τερέν στο οροπέδιο, στα 1100 ± m, στο οποίο σημειωτέον καλλιεργούνται οι περίφημες κίτρινες πατάτες Αρχαγγέλου, αν έχει καθαρό ουρανό αντικρίζουμε τις σιλουέτες των ορεινών όγκων της Τζένας και του Πίνοβου, και συνεχίζουμε μέχρι την κατηφόρα που θα μας φέρει στη διασταύρωση, όπου στρίβουμε αριστερά για να μπούμε στον Αρχάγγελο.
Δεύτερη κατηφόρα στην έξοδο του χωριού, μέχρι την Περίκλεια, και στη συνέχεια ένα ελαφρά ανηφορικό κομμάτι μας περνάει από Νότια και Αετοχώρι, για ν’ ακολουθήσει ακόμα μια κατηφόρα που θα μας κατεβάσει στην καρδιά του κάμπου της Αλμωπίας. Περνάμε Φούστανη, Φιλώτεια, Ριζοχώρι και φτάνουμε Αριδαία, η οποία προσφέρεται για πρωινό και απόλυτο ανεφοδιασμό, καθώς διαθέτει ότι μαγαζί μπορεί να λαχταρά το πεινασμένο κορμί και η διψασμένη ψυχή του ολονύκτιου ποδηλάτη.
Φεύγοντας χορτάτοι, ακολουθεί ένα faux plat, που δεν είναι και τόσο plat προς το τέλος του και κατά την διέλευση από Λουτράκι, για να φτάσουμε στο τελικό τμήμα μέσα στο δάσος και δίπλα στο ποτάμι που ανεβαίνει στο Πόζαρ. Αφού περάσουμε την πύλη του χώρου των λουτρών, παίρνουμε την ανηφόρα στα δεξιά μας για ν’ ανέβουμε φιδωτά μέχρι την μεγάλη πισίνα, η οποία είναι το αντικείμενο του τρίτου κοντρόλ. Υπέροχα! Είμαστε στο 170, σχεδόν στα μισά του μπρεβέ, και νιώθουμε ικανοποίηση γιατί βγάλαμε αισίως τις πρώτες μεγάλες δυσκολίες. Όμως στην πραγματικότητα, απλά μόλις τελειώσαμε τα εύκολα…
Φεύγουμε από Πόζαρ, και λίγο παρακάτω μπαίνουμε στην Όρμα, κάνουμε τον γύρω από της πλατείας της (ίσως συμπληρώσουμε τον ανεφοδιασμό μας αν χρειάζεται εδώ), και βγαίνοντας παίρνουμε ένα ανύποπτο δρομάκι χωρίς πινακίδα δεξιά. Κινούμαστε σε επίπεδο τερέν, μερικές στροφές εδώ κι εκεί, χαλαρά και όμορφα. Όμως μπροστά μας βλέπουμε έναν συμπαγές όγκο λόφων και πρασινάδας, και ξύνουμε το κεφάλι μας αναρωτώμενοι που μας πάει αυτός ο δρόμος… Λίγο παραπέρα, το μυστήριο αποκαλύπτεται. Για τον προετοιμασμένο, τα επόμενα 2 χιλιόμετρα είναι μια απαιτητική ανηφόρα που θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του και θα την ευχαριστηθεί. Για τον αμύητο, είναι η Κόλαση του Δάντη! Ξύλο! Και εκεί που ανεβαίνεις ένα απότομο τμηματάκι, η κλίση απαλύνει κατάτι για να νομίσεις ότι έβγαλες τα δύσκολα, για να σε ξανακοπανήσει αμέσως μετά (πρωταπριλιά δεν είπαμε;) με έναν ακόμα χειρότερο τοίχο…
Ο υπομονετικός και επίμονος ραντονέρ, σκυμμένος μπροστά για να μην κάνει σούζα, κάποια στιγμή το βγάζει, και μπαίνει κατηφορικά και πάνω από μια γέφυρα στους Σαρακηνούς. Το επόμενο κομμάτι μέχρι την Κερασιά είναι μεν ανηφορικό, αλλά νορμάλ και χωρίς εκπλήξεις, τέλος το πρωταπριλιάτικο αστείο. Ευτυχώς ακολουθεί ένα μεγάλο κατεξοχήν κατηφορικό τμήμα που μας φέρνει στον κεντρικό Έδεσσας-Φλώρινας, στο χιλιόμετρο 194. Μια μικρή παρένθεση εδώ, για όσους το θυμούνται ο δρόμος από το χιλιόμετρο 42 μέχρις εδώ ήταν ακριβώς ο ίδιος με το αντίστοιχο τμήμα του επικού εκείνου 600αριού των Λιμνών της Δυτικής Μακεδονίας του 2018.
Αντί όμως να φύγουμε δεξιά στην ανηφόρα για Φλώρινα, εδώ στρίβουμε αριστερά για ακόμα περισσότερη κατηφόρα, περνώντας από Άγρα, μέχρι τις παρυφές της Έδεσσας. Εκτός κι αν χρειαζόμαστε ανεφοδιασμό, δεν μπαίνουμε στην Έδεσσα αλλά την παρακάμπτουμε προς Μεσημέρι. Πάνω-κάτω, αλλά κυρίως κάτω χαρακτηρίζει τη διαδρομή στο επόμενο κομμάτι μέχρι Φλαμουριά, και μετά ακολουθεί μια μίνι αλλά διόλου ευκαταφρόνητη αναβασούλα για την Αγία Φωτεινή. Στην πλατεία του χωριού υπάρχει μία βρύση και μια πινακίδα για Νάουσα. Αυτό είναι και το τέταρτο κοντρόλ.
Κατεβαίνουμε στη συνέχεια για Νάουσα, περνώντας από Ροδοχώρι και Γιαννακοχώρι, και μπαίνουμε διασχίζοντας την πόλη από την βορειοανατολική πλευρά της, σταματώντας για ανεφοδιασμό εφόσον χρειαζόμαστε. Βέβαια 20 εύκολα χιλιόμετρα παρακάτω συναντάμε και τη Βέροια, η οποία έχει ακόμα περισσότερες δυνατότητες για φαγητό, καφέ, ξεκούραση και αναπλήρωση προμηθειών παντός είδους…
Ξεκινάμε ξανά, σε ελαφρά κατηφόρα βγαίνοντας από Βέροια. Μετά την Αγία Βαρβάρα και την γέφυρα στη λίμνη Ασωμάτων, διασχίζουμε ένα από τα ομορφότερα τμήματα του μπρεβέ κατά μήκος του διευρυμένου από τα φράγματα Αλιάκμονα, περνώντας και από δύο σηραγγάκια κατασκευασμένα από τη ΔΕΗ. Είναι μία γλυκιά ανάπαυλα πριν από την επόμενη δοκιμασία. Φτάνουμε αισίως στη βάση της ανάβασης της Σφηκιάς. Σφίγγουμε τα δόντια και ξεκινάμε…
Πρέπει ν’ αντέξουμε 3 χιλιόμετρα. Κατά κάποιο τρόπο, καταλαβαίνουμε το νόημα της ανάβασης των Σαρακηνών, φτάνοντας στο φρικτό συμπέρασμα πως ο σκοπός τους δεν ήταν τίποτε άλλο από το να μας προπονήσει γι’ αυτό! Πάλι καλά που ξεκουραστήκαμε στη Βέροια. Όμως μετά από αυτά τα πρώτα χιλιόμετρα, η υπομονή μας ανταμείβεται με άνω μονοψήφιες κλίσεις, που φαντάζουν σαν φλαταδούρα σε σχέση με αυτό που μόλις περάσαμε. Νιώθοντας τεράστιοι αλλά συνάμα πολύ ταπεινοί, συνεχίζουμε ομαλά μέχρι τη Σφηκιά, όπου στην πινακίδα για Ριζώματα εκτελούμε το πέμπτο κοντρόλ. Και στο σημείο αυτό, από απόψεως δυσκολίας υψομετρικών, μπορούμε επιτέλους να πούμε πως τελειώσαμε γι’ αυτό το μπρεβέ.
Ως δοκιμασία μένει μόνο το κομμάτι γκράβελ, που θα συναντήσουμε 19 χιλιόμετρα πιο κάτω, αφού διανύσουμε ανηφοροκατηφορικά μεν αλλά εύκολα χιλιόμετρα περνώντας από Πολύδενδρο, Χαράδρα και λίγο πιο δύσκολα προς Ελαφίνα, μέσα από εναλλαγές ανοικτού πεδίου με θέα τη Λευκόπετρα και τον κάμπο της Βέροιας, και δάσους μέσα στους λόφους των βόρειων παρυφών των Πιερίων Όρων. Έχοντας περάσει και την Ελαφίνα, φτάνουμε στο τέλος της ασφάλτου, στην πύλη του «Χώρου Δασικής Αναψυχής Συλλόγου Ο Απόστολος Παύλος», όπου εκτελούμε και το έκτο κοντρόλ.
Το επόμενο κομμάτι, το γκράβελ, ή ο χωματόδρομος αν προτιμάτε, είναι 7,3 κατηφορικά χιλιόμετρα, που κατά 95% αποτελούνται από στρωμένη, σχεδόν λεία και συμπαγής χωμάτινη επιφάνεια, που υπό ιδανικές συνθήκες και με λίγη προσοχή δεν αποτελούν κανένα πρόβλημα για ποδήλατο κούρσας (για ποδήλατο mountain ή gravel δεν τίθεται θέμα έτσι κι αλλιώς). Ωστόσο, το υπόλοιπο 5% είναι εκείνο που, ανάλογα με τη μέρα και την κατάσταση στη συγκεκριμένη στιγμή, μπορεί να μετατρέψει μια ευχάριστη κατάβαση μέσα στο δάσος σε μία δύσκολη δοκιμασία τόσο για τη κούρσα, όσο και για τον αναβάτη της. Επειδή όμως αυτά τα 7,3 χλμ αποτελούν ενότητα που χρήζει ιδιαίτερης περιγραφής, θα ακολουθήσει συγκεκριμένο ποστ που θα επικεντρωθεί στο θέμα αυτό, όταν θα έρχονται οι μέρες του μπρεβέ.
Βγαίνοντας από τον χωματόδρομο, και παρά το γεγονός ότι έχουμε ακόμα 100 χιλιόμετρα για τον τερματισμό, μπορούμε επιτέλους να επαναπαυθούμε με τη γνώση ότι έχουμε τελειώσει με ότι δυσκολία είχε το μπρεβέ! Από δω και πέρα, ο δρόμος μπροστά μας είναι νορμάλ, με νορμάλ κατηφόρες, νορμάλ φλαταδούρες, χωρίς υψομετρικά, νορμάλ οδοστρώματα και νορμάλ συνθήκες. Σε σχέση με ότι κάναμε μέχρι τώρα, η διαδρομή για τον τερματισμό, ειδικά μετά την κατάβαση από Ρυάκια, Κολινδρό και Αιγίνιο, είναι αφενός μεν μια ευχάριστη πορεία ξεκούρασης, αφετέρου δε ικανή να σε οδηγήσει να κόψεις τις φλέβες σου από τη βαρεμάρα… Και ρέουν Μεγάλη Γέφυρα, Κυψέλη, Νησέλι, Πρασινάδα, Πλάτανος, Κλειδί (τελευταίο κοντρόλ εκεί, μη ξεχαστούμε, στο μνημείο των πεσόντων του 40-41), η γέφυρα του Λουδία με πολλή προσοχή στην επικίνδυνη επιφάνειά της, Μάλγαρα, Κύμινα, Χαλάστρα, Σίνδο (δεν περιγράφεται τίποτα γιατί δεν υπάρχει τίποτε άξιο να περιγραφεί…).
Έχει βραδιάσει και μέσω της χωρίς κίνηση οδού Καλοχωρίου, μπαίνουμε και πάλι με την δέουσα προσοχή μέσα στην Θεσσαλονίκη, διασχίζοντας την 26ης Οκτωβρίου, τη Νίκης και διαγώνια μέχρι Παπαναστασίου, για να βγούμε προς Θέρμη και να τερματίσουμε σε λίγο στη Νέα Ραιδεστό.
Συνοψίζοντας τα κοντρόλ:
- Εκκίνηση Νέα Ραιδεστός (0)
- Πρόχωμα (49)
- Πάικο (100)
- Λουτρά Πόζαρ (170)
- Αγ. Φωτεινή (213)
- Σφηκιά (274)
- Ελαφίνα (292)
- Κλειδί (349)
- Τερματισμός Νέα Ραιδεστός (403)
Πλην της εκκίνησης και του τερματισμού, τα κοντρόλ θα γίνουν όλα με φωτογραφίες. Στην φωτογραφία πρέπει να είναι εμφανές χωρίς καμία αμφιβολία το ποδήλατό σας μπροστά στο αντικείμενο του κοντρόλ. Αν είστε παρεάκι, μπορείτε εναλλακτικά να πάρετε μία μόνο φωτογραφία για όλους, προσοχή όμως, θα πρέπει να φαίνονται όλα τα ποδήλατα καθαρά! Οι φωτογραφίες θα ελεγχθούν μία προς μία στον τερματισμό για να επικυρωθούν τα κοντρόλ. Είναι αυτονόητο ότι, εάν λείπει έστω και μία φωτογραφία κοντρόλ, ανεξαρτήτως του λόγου, το μπρεβέ δεν θα θεωρηθεί ολοκληρωμένο και δεν θα ομολογκαριστεί. Επομένως πολλή προσοχή, πάρτε το χρόνο σας και τραβήξτε σωστές και καλές φωτογραφίες, και ελέγξτε τι τραβήξατε πριν συνεχίσετε την πορεία σας.
Βασικές πληροφορίες:
Διαδρομή:
https://www.openrunner.com/route-details/12080607
Roadbook: στην εκκίνηση

